Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ice floe
01
παγοκρύσταλλος, πλωτό πάγο
a large piece of floating ice that has broken off from an ice sheet and is floating on the water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ice floes
Παραδείγματα
The ship carefully navigated through the floes as it made its way through the Arctic waters.
Το πλοίο πλοήγησε προσεκτικά μέσα από τα παγόβουνα καθώς προχωρούσε στα αρκτικά νερά.



























