ibuprofen
i
ˌaɪ
ai
bup
ˈbjup
byoop
ro
rəʊ
rew
fen
fən
fēn
flurbiprofen

Ορισμός και σημασία του "ibuprofen"στα αγγλικά

01

ιβουπροφαίνη

a nonsteroidal anti-inflammatory drug that helps with pain, swelling, and fever 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ibuprofens
Παραδείγματα
I take ibuprofen when my head hurts. 

Παίρνω ιβουπροφαίνη όταν πονάει το κεφάλι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store