hyperactivity
Pronunciation
/ˌhaɪpɝækˈtɪvɪti/

Ορισμός και σημασία του "hyperactivity"στα αγγλικά

01

υπερακτικότητα, υπερδιέγερση

a state where a person is unusually active, is unable to stay focused or quiet for long, experienced mostly by children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hyperactivities

Λεξικό Δέντρο

hyperactivity
activity
act
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store