Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hymn
01
ύμνος, εκκλησιαστικό τραγούδι
a religious song intended to praise God, especially sung by Christians in congregation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hymns
Παραδείγματα
The choir performed a beautiful hymn during the Easter celebration.
Η χορωδία ερμήνευσε ένα όμορφο ύμνο κατά τη διάρκεια της γιορτής του Πάσχα.
to hymn
01
τραγουδώ ύμνο, δοξάζω με ύμνο
praise by singing a hymn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hymn
γ΄ ενικό πρόσωπο
hymns
ενεστώτα μετοχή
hymning
απλός αόριστος
hymned
παθητική μετοχή
hymned
02
τραγουδώ ύμνο
sing a hymn



























