Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hush up
[phrase form: hush]
01
κάνω να σωπάσει, καθιστώ σιωπηλό
to cause someone or something to be quiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hush
ενεστώτας
hush up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hushes up
ενεστώτα μετοχή
hushing up
απλός αόριστος
hushed up
παθητική μετοχή
hushed up
Παραδείγματα
The conductor hushed up the orchestra before the concert began.
Ο μαέστρος έκανε τη συμφωνική ορχήστρα να σιωπήσει (hush up) πριν ξεκινήσει η συναυλία.
02
καλύπτω, κρύβω
to conceal a wrongdoing, fault, or error to prevent others from finding out
Παραδείγματα
The coach hushed up the team's disciplinary issues to avoid negative publicity before the big game.
Ο προπονητής κατάπιανε τα πειθαρχικά προβλήματα της ομάδας για να αποφύγει την αρνητική δημοσιότητα πριν από το μεγάλο παιχνίδι.



























