to hush up
Pronunciation
/hˈʌʃ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "hush up"στα αγγλικά

to hush up
[phrase form: hush]
01

κάνω να σωπάσει, καθιστώ σιωπηλό

to cause someone or something to be quiet
to hush up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hush
ενεστώτας
hush up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hushes up
ενεστώτα μετοχή
hushing up
απλός αόριστος
hushed up
παθητική μετοχή
hushed up
Παραδείγματα
The conductor hushed up the orchestra before the concert began.
Ο μαέστρος έκανε τη συμφωνική ορχήστρα να σιωπήσει (hush up) πριν ξεκινήσει η συναυλία.
02

καλύπτω, κρύβω

to conceal a wrongdoing, fault, or error to prevent others from finding out
Παραδείγματα
The coach hushed up the team's disciplinary issues to avoid negative publicity before the big game.
Ο προπονητής κατάπιανε τα πειθαρχικά προβλήματα της ομάδας για να αποφύγει την αρνητική δημοσιότητα πριν από το μεγάλο παιχνίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store