Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hungarian goulash
01
ουγγρικός γκούλας, ουγγρικό στιφάδο
a rich meat stew highly seasoned with paprika
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Hungarian goulashes
LanGeek



























