Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Huckster
01
πωλητής κακής ποιότητας εμπορευμάτων, έμπορος φτηνών ειδών
a seller of shoddy goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hucksters
02
συγγραφέας διαφημίσεων, διαφημιστικός συγγραφέας
a person who writes radio or tv advertisements
to huckster
01
πωλώ εμπορεύματα με ενοχλητικό και φανταχτερό τρόπο, γυρολογώ
to sell goods in an annoying, flashy, and questionable manner from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
huckster
γ΄ ενικό πρόσωπο
hucksters
ενεστώτα μετοχή
huckstering
απλός αόριστος
huckstered
παθητική μετοχή
huckstered
02
παζαρεύω, συζητώ για την τιμή
wrangle (over a price, terms of an agreement, etc.)



























