to hover
hover
'hɒvə
χοβα
hoserhomerhoderhoover

Ορισμός και σημασία του "hover"στα αγγλικά

to hover
01

αιωρούμαι, πετώ σε σταθερή θέση

(of a bird, aircraft, etc.) to remain at one place in midair 
Intransitive
to hover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hover
γ΄ ενικό πρόσωπο
hovers
ενεστώτα μετοχή
hovering
απλός αόριστος
hovered
παθητική μετοχή
hovered
02

διστάζω, αμφιταλαντεύομαι

be undecided about something; waver between conflicting positions or courses of action 
03

αιωρούμαι, πετώ

move to and fro 
04

αιωρούμαι, πετώ

be suspended in the air, as if in defiance of gravity 
05

αιωρούμαι, κρέμομαι

hang over, as of something threatening, dark, or menacing 
01

πετρόψαρο, ψάρι των βράχων των παράκτιων υδάτων του Ειρηνικού της Βόρειας Αμερικής

a rockfish of the Pacific coastal waters of North America 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
κύριο
πληθυντικός τύπος
hovers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store