Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hover
01
αιωρούμαι, πετώ σε σταθερή θέση
(of a bird, aircraft, etc.) to remain at one place in midair
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hover
γ΄ ενικό πρόσωπο
hovers
ενεστώτα μετοχή
hovering
απλός αόριστος
hovered
παθητική μετοχή
hovered
02
διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
be undecided about something; waver between conflicting positions or courses of action
03
αιωρούμαι, πετώ
move to and fro
04
αιωρούμαι, πετώ
be suspended in the air, as if in defiance of gravity
05
αιωρούμαι, κρέμομαι
hang over, as of something threatening, dark, or menacing
Hover
01
πετρόψαρο, ψάρι των βράχων των παράκτιων υδάτων του Ειρηνικού της Βόρειας Αμερικής
a rockfish of the Pacific coastal waters of North America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hovers
κύριο



























