house arrest
house
haʊs
haws
a
ə
ē
rrest
ˈrɛst
rest

Ορισμός και σημασία του "house arrest"στα αγγλικά

01

κατ' οίκον περιορισμός, κατ' οίκον κράτηση

a type of sentence or punishment where a person is confined to their home instead of being in jail or prison 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
house arrests
Παραδείγματα
The judge sentenced him to house arrest. 

Ο δικαστής τον καταδίκασε σε κατ' οίκον περιορισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store