Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
house-trained
01
εκπαιδευμένος να κάνει τις ανάγκες του έξω από το σπίτι, συνηθισμένος να χρησιμοποιεί το δοχείο με άμμο
(of pets) trained to urinate or defecate outside the house or in a litter box
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most house-trained
συγκριτικός βαθμός
more house-trained
διαβαθμίσιμο



























