Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hours
01
ώρες, ωράριο
a period of time assigned for work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hours
02
ώρες, χρόνος
an indefinite period of time
LanGeek



























