hours
Pronunciation
/ˈaʊɝz/, /ˈaʊɹz/
/ˈa‍ʊ‍əz/

Ορισμός και σημασία του "hours"στα αγγλικά

01

ώρες, ωράριο

a period of time assigned for work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hours
02

ώρες, χρόνος

an indefinite period of time
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store