Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hourglass
01
κλεψύδρα, αμμορολόι
a glass container with two parts that measures every sixty minutes using the sand flow from the upper to the lower part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hourglasses
Παραδείγματα
He watched the sand slowly flow through the hourglass as he waited for his meeting to start.
Παρατηρούσε την άμμο να ρέει αργά μέσα από την κλεψύδρα ενώ περίμενε να ξεκινήσει η συνάντησή του.



























