Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hot pants
01
κοντό σορτς, σφιχτό σορτς
a type of shorts that are typically short, tight-fitting, and high-waisted ften worn by women in the 1960s and 1970s
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hot pants
Παραδείγματα
She paired her glittery hot pants with a crop top for the music festival.
Συνδύασε τα λαμπερά της hot pants με ένα crop top για το μουσικό φεστιβάλ.
02
σεξουαλική διέγερση, φλογερή επιθυμία
a state of sexual arousal



























