hot cake
hot
hɑ:t
χατ
cake
keɪk
κεικ
/hˈɒt kˈeɪk/

Ορισμός και σημασία του "hot cake"στα αγγλικά

01

τηγανίτα, ζεστό κέικ

a flat cake of thin batter fried on both sides on a griddle
hot cake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hot cakes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store