horse race
horse
hɔ:s
haws
race
reɪs
reis
horseface

Ορισμός και σημασία του "horse race"στα αγγλικά

01

ιπποδρομία

a contest of speed between horses; usually held for the purpose of betting 
horse race definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
horse races

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store