hod
hod
hɒd
hod
headhide

Ορισμός και σημασία του "hod"στα αγγλικά

01

κιβώτιο τούβλων, χοντ

a box that has a long handle and workers can put it on their shoulders to carry bricks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hods

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store