hod
Pronunciation
/hˈɑːd/

Ορισμός και σημασία του "hod"στα αγγλικά

01

κιβώτιο τούβλων, χοντ

a box that has a long handle and workers can put it on their shoulders to carry bricks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hods
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store