Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hod
01
κιβώτιο τούβλων, χοντ
a box that has a long handle and workers can put it on their shoulders to carry bricks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hods



























