Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hive
01
κυψέλη, σπίτι των μελισσών
a structure in which bees live and make honey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hives
02
κυψέλη, μελισσοκομική κυψέλη
a man-made receptacle that houses a swarm of bees
03
ένα σμήνος πλήθος, ένα πλήθος
a teeming multitude
to hive
01
συγκεντρώνονται σε μια κυψέλη, σχηματίζουν μια κυψέλη
gather into a hive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hive
γ΄ ενικό πρόσωπο
hives
ενεστώτα μετοχή
hiving
απλός αόριστος
hived
παθητική μετοχή
hived
02
αναποδογυρίζω πέτρες για να βρω φαγητό, ψάχνω κάτω από πέτρες για τροφή
migratory shorebirds of the plover family that turn over stones in searching for food
03
κινούνται μαζί σαν σμήνος, συγκεντρώνονται σαν σε μια κυψέλη
move together in a hive or as if in a hive
04
αποθηκεύω σαν τις μέλισσες, συσσωρεύω σαν τις μέλισσες
store, like bees



























