HIV
HIV
eɪʧaɪvi:
eichaivi

Ορισμός και σημασία του "HIV"στα αγγλικά

01

HIV, ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας

the virus that causes a very dangerous disease called AIDS, transmitted through blood or sexual activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
HIV attacks the immune system and weakens the body's ability to fight infections. 

Ο HIV επιτίθεται στο ανοσοποιητικό σύστημα και αποδυναμώνει την ικανότητα του οργανισμού να καταπολεμήσει λοιμώξεις.

02

HIV, AIDS

an infection caused by the human immunodeficiency virus 
Παραδείγματα
She was diagnosed with HIV last year. 

Διαγνώστηκε με HIV πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store