Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hinge on
01
εξαρτάται από, περιστρέφεται γύρω από
(of an outcome, decision, or situation) to depend entirely on a particular factor or set of circumstances
Transitive: to hinge on a factor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
hinge
ενεστώτας
hinge on
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinges on
ενεστώτα μετοχή
hinging on
απλός αόριστος
hinged on
παθητική μετοχή
hinged on
Παραδείγματα
The outcome of the game will hinge on the performance of the team's star player.
Το αποτέλεσμα του παιχνιδιού θα εξαρτηθεί από την απόδοση του αστέρα της ομάδας.



























