Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hinge on
[phrase form: hinge]
01
εξαρτάται από, περιστρέφεται γύρω από
(of an outcome, decision, or situation) to depend entirely on a particular factor or set of circumstances
Transitive: to hinge on a factor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
hinge
ενεστώτας
hinge on
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinges on
ενεστώτα μετοχή
hinging on
απλός αόριστος
hinged on
παθητική μετοχή
hinged on
Παραδείγματα
The success of the event will hinge on the weather cooperating for the outdoor activities.
Η επιτυχία της εκδήλωσης θα εξαρτηθεί από τη συνεργασία του καιρού για τις υπαίθριες δραστηριότητες.



























