higher-up
higher
haɪə
haie
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "higher-up"στα αγγλικά

01

ανώτερος, επικεφαλής

a person in a position of greater power or authority within an organization 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
higher-ups
Παραδείγματα
She had to get approval from a higher-up before implementing the changes. 

Έπρεπε να λάβει έγκριση από έναν ανώτερο πριν εφαρμόσει τις αλλαγές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store