Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High seas
01
ανοικτή θάλασσα, διεθνή ύδατα
the parts of the ocean that are outside any country's territorial waters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high seas
Παραδείγματα
The crew faced rough weather while navigating the high seas.
Το πλήρωμα αντιμετώπισε άσχημο καιρό ενώ πλεύριζε στην ανοιχτή θάλασσα.



























