high-topped
Pronunciation
/hˈaɪtˈɑːpt/

Ορισμός και σημασία του "high-topped"στα αγγλικά

high-topped
01

ψηλόμυτος, με ψηλό πάνω μέρος

(of shoes or boots) having relatively high uppers
high-topped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
highest-topped
συγκριτικός βαθμός
higher-topped
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store