Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
high-sounding
01
μεγαλοπρεπής, πομπώδης
using grand or pompous language that seems impressive but may lack substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most high-sounding
συγκριτικός βαθμός
more high-sounding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
language, rhetoric, evaluation
Παραδείγματα
The politician's high-sounding speech was full of grand promises but lacked concrete plans.
Η μεγαλοπρεπής ομιλία του πολιτικού ήταν γεμάτη μεγάλες υποσχέσεις αλλά έλειπαν συγκεκριμένα σχέδια.
LanGeek



























