herpes
her
ˈhɜ:
pes
pi:z
piz

Ορισμός και σημασία του "herpes"στα αγγλικά

01

έρπητας, ιός του έρπητα

any of the animal viruses that cause painful blisters on the skin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

έρπητας

a viral infection causing painful sores, often around the genital or oral areas, due to the herpes simplex virus 
Παραδείγματα
Herpes is a common sexually transmitted infection. 

Ο έρπης είναι μια κοινή σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store