Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hereditary
01
κληρονομικός, γενετικά μεταδιδόμενος
(of a disease or characteristic) able to be passed on to a child through the genes of its parents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, genetics, medicine
Παραδείγματα
Hereditary traits, like eye color, are passed down from parents to their children.
Τα κληρονομικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώμα των ματιών, μεταβιβάζονται από τους γονείς στα παιδιά τους.
02
κληρονομικός, μεταβιβάσιμος με κληρονομιά
inherited or inheritable by established rules (usually legal rules) of descent
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonhereditary
hereditary



























