hereditament
he
he
re
ˈrɛ
re
di
di
ta
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "hereditament"στα αγγλικά

01

κληρονομιά, κληρονομική περιουσία

a property that can be inherited, such as land or other belongings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hereditaments
Παραδείγματα
The old farmhouse and the surrounding fields, passed down through generations, stand as a cherished hereditament in our family. 

Το παλιό αγροτικό σπίτι και τα γύρω χωράφια, που κληρονομήθηκαν από γενιά σε γενιά, αποτελούν ένα πολύτιμο κληρονομικό στοιχείο στην οικογένειά μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store