Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Herd
01
αγέλη, κοπάδι
a group of animals, such as cows, sheep, etc. that are from the same species, which move and feed together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
herds
Παραδείγματα
The herd of cows grazed peacefully in the meadow.
Το κοπάδι των αγελάδων βόσκησε ήρεμα στο λιβάδι.
02
αγέλη, κοπάδι
a group of wild mammals from the same species, such as antelopes, elephants, etc. that live and move together
03
αγέλη, πλήθος
a crowd especially of ordinary or undistinguished persons or things
to herd
01
οδηγώ, καθοδηγώ
move together, like a herd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
herd
γ΄ ενικό πρόσωπο
herds
ενεστώτα μετοχή
herding
απλός αόριστος
herded
παθητική μετοχή
herded
02
συγκεντρώνω, ομαδοποιώ
ruffs
03
οδηγώ, συγκεντρώνω
cause to herd, drive, or crowd together
04
οδηγώ, συγκεντρώνω
to guide or move animals together in a group
Παραδείγματα
The farmer herds the sheep into the pen every evening.
Ο αγρότης συγκεντρώνει τα πρόβατα στο μαντρί κάθε βράδυ.



























