Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hen-peck
01
ενοχλώ συνεχώς με ασήμαντα παράπονα, ενοχλώ επίμονα με μικροπρεπείς διαμαρτυρίες
bother persistently with trivial complaints
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hen-peck
γ΄ ενικό πρόσωπο
hen-pecks
ενεστώτα μετοχή
hen-pecking
απλός αόριστος
hen-pecked
παθητική μετοχή
hen-pecked



























