Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apocalyptic
01
αποκαλυπτικός, καταστροφικός
predicting or describing catastrophic events that lead to total destruction or the end of the world
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apocalyptic
συγκριτικός βαθμός
more apocalyptic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film had an apocalyptic tone, depicting a future ravaged by war and famine.
Η ταινία είχε μια αποκαλυπτική ατμόσφαιρα, απεικονίζοντας ένα μέλλον που είχε καταστραφεί από τον πόλεμο και την πείνα.
02
αποκαλυπτικός, καταστροφικός
relating to the end of the world or catastrophic destruction
Παραδείγματα
The apocalyptic novel depicted a world devastated by nuclear war.
Το αποκαλυπτικό μυθιστόρημα απεικόνιζε έναν κόσμο που είχε καταστραφεί από πυρηνικό πόλεμο.



























