Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hebraical
01
εβραϊκός, σχετικός με τη γλώσσα των Εβραίων
of or relating to the language of the Hebrews
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
language, culture, religion
02
εβραϊκός, σχετικός με τους Εβραίους
of or relating to or characteristic of the Hebrews
LanGeek



























