Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to heap up
01
σωρεύω, στοιβάζω
arrange into piles or stacks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
heap
ενεστώτας
heap up
γ΄ ενικό πρόσωπο
heaps up
ενεστώτα μετοχή
heaping up
απλός αόριστος
heaped up
παθητική μετοχή
heaped up



























