Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
healthful
01
υγιεινός, ωφέλιμος για το σώμα
relating to something that is good for the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most healthful
συγκριτικός βαθμός
more healthful
διαβαθμίσιμο
02
υγιεινός, υγιής
free from filth and pathogens
Λεξικό Δέντρο
healthfully
healthfulness
unhealthful
healthful
health



























