healer
hea
ˈhi:
hi
ler
headerheaverheaterhearer

Ορισμός και σημασία του "healer"στα αγγλικά

01

θεραπευτής, γιατρός

a person believed to be able to cure diseases or treat people using natural powers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
healers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store