to head up
head
hɛd
hed
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "head up"στα αγγλικά

to head up
01

ηγούμαι, διοικώ

to lead a group, team, or organization 
Transitive: to head up a group or project
to head up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
head
ενεστώτας
head up
γ΄ ενικό πρόσωπο
heads up
ενεστώτα μετοχή
heading up
απλός αόριστος
headed up
παθητική μετοχή
headed up
Παραδείγματα
She was chosen to head up the new marketing campaign. 

Επιλέχθηκε να ηγηθεί της νέας καμπάνιας μάρκετινγκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store