Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
head-on
01
κατά μέτωπο, άμεσα
in direct opposition; directly
γραμματικές πληροφορίες
02
κατευθείαν, εμπρός
with the front foremost
head-on
01
μετωπικός, πρόσωπο με πρόσωπο
involving a direct confrontation or encounter in which two individuals or objects meet face-to-face
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most head-on
συγκριτικός βαθμός
more head-on
διαβαθμίσιμο
02
μετωπικός, άμεσος
characterized by direct opposition



























