Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hat trick
01
hat trick, τρία γκολ σε ένα παιχνίδι
(in some sports) an occasion in which a player manages to score three times in a single game of soccer, hockey, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hat tricks
02
τρεις συνεχόμενες επιτυχίες, τριπλή επιτυχία
a series of three victories, successes, or related accomplishments achieved by the same individual
Παραδείγματα
That speech contest victory gave her a hat trick of national titles.
Η νίκη στον διαγωνισμό λόγου της χάρισε τρεις συνεχόμενους εθνικούς τίτλους.



























