hat
Pronunciation
/hæt/

Ορισμός και σημασία του "hat"στα αγγλικά

01

καπέλο, σκούφος

a piece of clothing often with a brim that we wear on our heads, for warmth, as a fashion item or as part of a uniform
hat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hats
Παραδείγματα
She used to wear a wide-brimmed hat to protect her face from the sun.
Συνήθιζε να φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο για να προστατεύει το πρόσωπό της από τον ήλιο.
02

ρόλος, λειτουργία

an informal term for a person's role
to hat
01

φορώ καπέλο, βάζω καπέλο

put on or wear a hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hat
γ΄ ενικό πρόσωπο
hats
ενεστώτα μετοχή
hatting
απλός αόριστος
hatted
παθητική μετοχή
hatted
02

τοποθετώ καπέλο, καπελώνω

furnish with a hat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store