harvesting
har
ˈhɑ:
haa
ves
vɪs
vis
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "harvesting"στα αγγλικά

01

συγκομιδή, θερισμός

the gathering of a ripened crop 
harvesting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harvestings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

harvesting
harvest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store