harpist
har
ˈhɑ:
haa
pist
pɪst
pist

Ορισμός και σημασία του "harpist"στα αγγλικά

01

αρπιστής, παίκτης της άρπας

a person who plays the harp 
harpist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harpists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

harpist
harp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store