aortal
aor
ˈeɪo:r
ειωρ
tal
təl
ταλ
/eɪˈɔːtəl/

Ορισμός και σημασία του "aortal"στα αγγλικά

01

αορτικός, σχετικός με την αορτή

of or relating to the aorta
aortal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store