Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aortal
01
αορτικός, σχετικός με την αορτή
of or relating to the aorta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αορτικός, σχετικός με την αορτή