Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hardy
01
θαρραλέος, τολμηρός
possessing bravery and boldness
Παραδείγματα
His hardy attitude towards danger made him a respected leader.
Η γερή στάση του απέναντι στον κίνδυνο τον έκανε σεβαστό ηγέτη.
02
γερός, ανθεκτικός
having a strong and well-built physique
Παραδείγματα
Maria grew up on a remote farm, which gave her a strong, hardy physique that allowed her to endure long days of strenuous labor outside.
Η Μαρία μεγάλωσε σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα, κάτι που της έδωσε μια γερή σωματική διάπλαση που της επέτρεψε να αντέχει μεγάλες ώρες εξαντλητικής εργασίας έξω.
03
ανθεκτικός, γερός
able to survive under unfavorable weather conditions
Λεξικό Δέντρο
hardiness
hardy
hard



























