Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hardy
01
θαρραλέος, τολμηρός
possessing bravery and boldness
Παραδείγματα
Her hardy spirit allowed her to face challenging situations with confidence.
Το θαρραλέο πνεύμα της της επέτρεψε να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις με αυτοπεποίθηση.
02
γερός, ανθεκτικός
having a strong and well-built physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hardiest
συγκριτικός βαθμός
hardier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
You need a hardy body to be a firefighter since the work involves heavy lifting, carrying equipment and battling blazes for hours.
Χρειάζεστε ένα γερό σώμα για να γίνετε πυροσβέστης, καθώς η εργασία περιλαμβάνει την ανύψωση βαρέων αντικειμένων, τη μεταφορά εξοπλισμού και την καταπολέμηση πυρκαγιών για ώρες.
03
ανθεκτικός, γερός
able to survive under unfavorable weather conditions
Λεξικό Δέντρο
hardiness
hardy
hard



























