hardy
Pronunciation
/ˈhɑɹdi/

Ορισμός και σημασία του "hardy"στα αγγλικά

01

θαρραλέος, τολμηρός

possessing bravery and boldness
hardy definition and meaning
Παραδείγματα
His hardy attitude towards danger made him a respected leader.
Η γερή στάση του απέναντι στον κίνδυνο τον έκανε σεβαστό ηγέτη.
02

γερός, ανθεκτικός

having a strong and well-built physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hardiest
συγκριτικός βαθμός
hardier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Maria grew up on a remote farm, which gave her a strong, hardy physique that allowed her to endure long days of strenuous labor outside.
Η Μαρία μεγάλωσε σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα, κάτι που της έδωσε μια γερή σωματική διάπλαση που της επέτρεψε να αντέχει μεγάλες ώρες εξαντλητικής εργασίας έξω.
03

ανθεκτικός, γερός

able to survive under unfavorable weather conditions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store