Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hard time
01
δύσκολη στιγμή, δύσκολη περίοδος
a difficulty that can be overcome with effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hard times
02
χρόνος στη φυλακή, διαμονή σε φυλακή μέγιστης ασφάλειας
a term served in a maximum security prison



























