hard time
hard
hɑ:rd
haard
time
taɪm
taim
/hˈɑːd tˈaɪm/

Ορισμός και σημασία του "hard time"στα αγγλικά

01

δύσκολη στιγμή, δύσκολη περίοδος

a difficulty that can be overcome with effort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hard times
02

χρόνος στη φυλακή, διαμονή σε φυλακή μέγιστης ασφάλειας

a term served in a maximum security prison
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store