Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hard hat
01
προστατευτικό κράνος, σκληρό καπέλο
a light rigid headgear worn by workers, etc. to protect their heads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hard hats
02
εργάτης οικοδομής, ξυλουργός
a worker skilled in building offices or dwellings etc.



























