hard-boiled
Pronunciation
/hˈɑːɹdbˈɔɪld/

Ορισμός και σημασία του "hard-boiled"στα αγγλικά

hard-boiled
01

σκληρόβραστο, βρασμένο σκληρό

(eggs) boiled with both the white and yolk firm
hard-boiled definition and meaning
Παραδείγματα
Hard-boiled eggs are a popular snack for athletes due to their high protein content.
Τα βραστά αυγά είναι ένα δημοφιλές σνακ για αθλητές λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε πρωτεΐνες.
02

σκληραγωγημένος, έμπειρος

tough and callous by virtue of experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hard-boiled
συγκριτικός βαθμός
more hard-boiled
διαβαθμίσιμο
03

σκληραγωγημένος, αναισθητος

used of persons; emotionally hardened
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store