Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hard-boiled
01
σκληρόβραστο, βρασμένο σκληρό
(eggs) boiled with both the white and yolk firm
Παραδείγματα
Hard-boiled eggs are a popular snack for athletes due to their high protein content.
Τα βραστά αυγά είναι ένα δημοφιλές σνακ για αθλητές λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε πρωτεΐνες.
02
σκληραγωγημένος, έμπειρος
tough and callous by virtue of experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hard-boiled
συγκριτικός βαθμός
more hard-boiled
διαβαθμίσιμο
03
σκληραγωγημένος, αναισθητος
used of persons; emotionally hardened



























