Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang back
01
παραμένω πίσω, αργώ
to delay leaving or staying in a place after everyone else has departed
Intransitive: to hang back | to hang back somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang back
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs back
ενεστώτα μετοχή
hanging back
απλός αόριστος
hung back
παθητική μετοχή
hung back
Παραδείγματα
She decided to hang back at the office to finish some work after her colleagues had gone home.
Αποφάσισε να μείνει πίσω στο γραφείο για να τελειώσει κάποια δουλειά αφού οι συνάδελφοί της πήγαν σπίτι.
02
διστάζω, παραμένω πίσω
to hesitate to do or say something, often due to uncertainty or shyness
Intransitive: to hang back | to hang back from sth
Παραδείγματα
He tends to hang back in social situations, observing rather than participating.
Τείνει να κρατιέται πίσω σε κοινωνικές καταστάσεις, παρατηρώντας παρά να συμμετέχει.



























