Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang back
[phrase form: hang]
01
παραμένω πίσω, αργώ
to delay leaving or staying in a place after everyone else has departed
Intransitive: to hang back | to hang back somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang back
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs back
ενεστώτα μετοχή
hanging back
απλός αόριστος
hung back
παθητική μετοχή
hung back
Παραδείγματα
Despite the storm, a few campers chose to hang back in their tents and wait for the rain to pass.
Παρά την καταιγίδα, μερικοί κάμπερς επέλεξαν να μείνουν πίσω στις σκηνές τους και να περιμένουν να περάσει η βροχή.
02
διστάζω, παραμένω πίσω
to hesitate to do or say something, often due to uncertainty or shyness
Intransitive: to hang back | to hang back from sth
Παραδείγματα
The opportunity was right in front of her, but she felt unsure, so she hung back.
Η ευκαιρία ήταν ακριβώς μπροστά της, αλλά ένιωθε ανασφαλής, γι' αυτό δίστασε.



























