Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handrail
01
χειρολαβή, κουπαστή
a supportive rail fixed to a staircase or walkway, providing a handhold for stability and safety while ascending or descending
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
handrails
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
handrail
hand
rail



























