Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handout
01
βοήθεια, επιδότηση
money, food, or other resources distributed freely to those in need, typically by an organization or government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handouts
Παραδείγματα
The government provides financial handouts to support low-income families during economic downturns.
Η κυβέρνηση παρέχει οικονομική βοήθεια για την υποστήριξη οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα κατά τη διάρκεια οικονομικών ύφεσεων.
02
φυλλάδιο, εκτυπωμένο υλικό
printed material given to people, usually at lectures, meetings, or conferences, to provide information or summarize key points
Παραδείγματα
The speaker distributed handouts to the audience after the presentation.
Ο ομιλητής μοίρασε φυλλάδια στο κοινό μετά την παρουσίαση.
Λεξικό Δέντρο
handout
hand
out



























