Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hand truck
01
χειροκίνητο καροτσάκι, βαγονέτο
a manual device with a small platform and two handles, designed to transport and move heavy or bulky items by leveraging the user's strength and maneuverability
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hand trucks
Παραδείγματα
He used a hand truck to move the heavy boxes into the house.
Χρησιμοποίησε ένα χειροκίνητο καροτσάκι για να μεταφέρει τα βαριά κουτιά στο σπίτι.



























