hand luggage
Pronunciation
/hˈænd lˈʌɡɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "hand luggage"στα αγγλικά

01

χειραποσκευές, αποσκευές καμπίνας

bags and suitcases with a size and weight that is allowed to be carried onto an airplane
hand luggage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
To save time during boarding, she organized her hand luggage so that her travel documents and snacks were easily accessible.
Για να εξοικονομήσει χρόνο κατά την επιβίβαση, οργάνωσε την χειραποσκευή της έτσι ώστε τα ταξιδιωτικά της έγγραφα και τα σνακ να είναι εύκολα προσβάσιμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store